Cookies management by TermsFeed Cookie Consent
Τελευταίες Ειδήσεις

Ανακοινωθέντα

02-04-2025 08:44

Ομιλία του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Κωνσταντίνου Λετυμπιώτη στην επετειακή εκδήλωση της 1ης Απριλίου, της Κίνησης Καθηγητών «Αλλαγή» Πάφου, χθες

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, η νύχτα παγερή, λες και ο ίδιος ο άνεμος είχε συμμαχήσει με το κρύο, για να ριγεί η σάρκα. Στα ψυχρά σκαλιά της φυλακής της Κοκκινοτριμιθιάς φάνηκε να ανεβαίνει μια επιβλητική σκιά. Το βάδισμά του παγωμένο, η όψη του αυστηρή, έκανε τους φρουρούς να κοντοσταθούν. Τίποτα δεν ακουγόταν παρά το τρίξιμο της στιβαρής μπότας και το ανελέητο πλατάγιασμα των παράσημων που κρέμονταν στο στέρνο του. Διασχίζοντας τον στενό διάδρομο, ο στρατάρχης κοντοστάθηκε μπροστά σ’ ένα σκοτεινό κελί. Τα μάτια του στρατάρχη τρυπούσαν το σκοτάδι, αναζητώντας τον κρατούμενο. Μετά βίας διακρίνοντας τη μορφή του, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε. Πρότεινε και στον κρατούμενο να καθίσει. Μα εκείνος αρνήθηκε, στέκεται αγέρωχος μπροστά στον Στρατάρχη, τον αναγκάζει τελικά να σταθεί κι αυτός.

Κι έτσι βρέθηκαν να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον: από τη μια ο αυστηρός Στρατάρχης, ορθός μέσα στην παγερή του μεγαλοπρέπεια, κι από την άλλη ο ήρωας αγωνιστής, με το λεβέντικο παράστημα που έμοιαζε να στεριώνει το πάθος ενός ολόκληρου λαού.

Η σιγή έμοιαζε να κρατά την ανάσα της, ώσπου ο στρατάρχης έτεινε το χέρι και υποσχέθηκε αμύθητα πλούτη – πεντακόσιες χιλιάδες λίρες, ένα μυθικό ποσό για την εποχή. Το αντίτιμο, να προδώσει τον Διγενή και τον όρκο που έδωσε.

Το βλέμμα του αγωνιστή πυρακτώθηκε και με μια σχεδόν απόκοσμη ηρεμία του απάντησε: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί Αρετής».

Ο στρατάρχης είναι ο στυγνός, αιματοσταγής κυβερνήτης Harding. Ο κρατούμενος είναι ο ήρωας, ο θρυλικός αγωνιστής Κυριάκος Μάτσης.

Σ’ εκείνη τη σκοτεινή φυλακή, μέσα στη σιωπή που πάγωνε τα σωθικά, η ακλόνητη ψυχή του Κυριάκου Μάτση ανέτειλε με εκτυφλωτική αξιοπρέπεια. Ακόμη και ο άκαμπτος Harding υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει το μεγαλείο της λεβεντιάς και του πατριωτισμού ετούτου του λαού.

Μέσα στα στερνά λεπτά της νύχτας, ενώ όλα γύρω πάγωναν, είχε ήδη χαραχθεί μια αλήθεια που ο Βρετανός στρατάρχης συνειδητοποίησε βαθιά: Κανείς δεν μπορεί να νικήσει έναν λαό που φλέγεται από τόσο ασίγαστο φρόνημα, που δεν διστάζει να θυσιάσει την ίδια του τη ζωή για την λευτεριά.

Η παρουσία μας απόψε συνιστά την ελάχιστη κατάθεση του ιστορικού εθνικού μας χρέους προς όσους παραμέρισαν τα μικρά για τα μεγάλα, για όσους από την φαυλότητα της υποταγής επέλεξαν τη δόξα της αιωνιότητας, προς όσους η ιστορία, αλλά και η συνείδηση, κατατάσσει στους ήρωες.

Η σημερινή μέρα αποτελεί ηχηρή υπόμνηση της ιστορικής μας ευθύνης και ταυτόχρονα αφορμή για νηφάλιο αναστοχασμό.

Μια μέρα που μας θυμίζει τις θυσίες, τον αγώνα και το ακατάβλητο πνεύμα του λαού μας, μια μέρα που προσφέρεται για διδάγματα και που ως πυξίδα πρέπει να μας καθοδηγεί.

Άλλωστε «ένας λαός γράφει την ιστορία του όχι μόνο για να αφηγηθεί το παρελθόν του αλλά για να δηλώσει αυτό που θέλει να είναι στο μέλλον».

Την αυγή της 1ης Απριλίου 1955 άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην τρισχιλιόχρονη ιστορία του νησιού μας. Γιατί ο Αγώνας εκείνος αντιπροσωπεύει μια καθοριστική για τα ιστορικά πεπρωμένα του νησιού μας τομή. Η συλλογική αυταπάρνηση και θυσία, σαν φλόγα ακατάπαυστη φωτίζει και καθοδηγεί από εκείνη την ημέρα και μπρος το βάδισμα μιας χώρας, ενός λαού.

 

Τον ανασύρει από τα βάθη της ιστορικής αφάνειας και της επιβεβλημένης αδράνειας, όπου για αιώνες τον είχε καθηλώσει η σκλαβιά στους ξένους κυριάρχους, και τον υψώνει υπερήφανα στο βάθρο της εθνικής ανάτασης και του ανυποχώρητου αγώνα.

Είναι η στιγμή που ο λαός μας μεταμορφώνεται σε πρωταγωνιστή της ιστορίας του, αποφασισμένος να διεκδικήσει με πίστη και θάρρος τη θέση που δικαιωματικά του ανήκει.

Υπακούοντας στο κάλεσμα της μεγάλης ώρας και στην πρόκληση των καιρών, οι Έλληνες της Κύπρου, συνεπείς στην επιταγή των προγονικών τους παραδόσεων, στάθηκαν γενναίοι και άτρομοι στις νέες Θερμοπύλες της τιμής στην ακριτική αυτή έπαλξη του Ελληνισμού «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα ξημερώματα εκείνου του πρωινού που τάραξε συθέμελα την Κύπρο.

Δεν ήταν μόνο οι εκρήξεις βομβών που είχαν τοποθετηθεί σε επιλεγμένους στόχους. Ήταν το εκκωφαντικό ξέσπασμα ενός καταπιεσμένου λαού που απαιτούσε λευτεριά και δικαίωση.

Μια χούφτα αντάρτες, πιστοί στον όρκο τους και αποφασισμένοι να νικήσουν ή να πεθάνουν, κατόρθωσαν να ξεσηκώσουν ένα ολόκληρο νησί που διεκδικούσε την ελευθερία του.

Έκλεισαν τ’ αυτιά στο σαγηνευτικό τραγούδι των Σειρήνων του εθνικού εκμαυλισμού και της ταπείνωσης, που τους υπόσχονταν επίγειους παραδείσους ευδαιμονίας, μ' αντάλλαγμα την εθνική τους τιμή και την ανθρώπινή τους αξιοπρέπεια.

Προσπέρασαν μ' έσχατη περιφρόνηση τους κήρυκες της ηττοπάθειας, βγήκαν στα μαρμαρένια αλώνια, νέοι αυτοί Διγενήδες, ν' αναμετρηθούν με το Χάρο, τον καταπατητή της γης τους και καταπιεστή των εθνικών τους ονείρων.

Απλοί άνθρωποι του μόχθου της καθημερινότητας, παιδιά, μαθητές και μαθήτριες, αγρότες και αγρότισσες, άνδρες και γυναίκες από κάθε άκρη του νησιού ανταποκρίνονται στο κάλεσμα και προσφέρουν με ανιδιοτέλεια τις υπηρεσίες τους στον αγώνα. Στον αγώνα όλων, στον αγώνα τον καλό.

Μεταμορφώνονται σε σύμβολα ηρωισμού με ψυχές πυρακτωμένες από ακατάλυτο θάρρος ασύγκριτη τόλμη και βαθιά ριζωμένο αίσθημα αυτοθυσίας. Μυήθηκαν στον Αγώνα, ορκίστηκαν, αγωνίστηκαν, συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, κινδύνευσαν, θυσιάστηκαν, με την πίστη πως αυτό είναι το χρέος και η οφειλή στην πατρίδα τους.

Ανεβαίνουν τα ύψιστα σκαλοπάτια του ηρωισμού «και μόνοι και μετά πολλών», επιβεβαιώνοντας περίτρανα και με το λαμπρότερο τρόπο την βαριά εθνική τους φυσιογνωμία.

Η μικρή σε μέγεθος Κύπρος με ανεξίτηλα γράμματα σφράγισε την ιστορία της. Με το αμέτρητο ψυχικό σθένος, ετούτος ο λαός μετουσίωσε με διαχρονική ακρίβεια το αληθινό μέτρο ενός λαού όπως το αποδίδει ο Κωστής Παλαμάς:

«Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα.

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.»

Αυτή η μεγαλοσύνη και το πνεύμα της θυσίας για τα ύψιστα ιδανικά και την πατρίδα αναδείχθηκε στην πιο μεστή του διάσταση:

Μιχαλάκης Καραολής, Ανδρέας Δημητρίου, Ιάκωβος Πατάτσος, Ανδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαήλ, Μιχαήλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομάτης, Ανδρέας Παναγίδης, Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Oι εννιά μάρτυρες της αγχόνης που, θαμμένοι στα φυλακισμένα μνήματα, αγιάζουν την κυπριακή γη.

Εκεί, ο σταυραετός του Μαχαιρά Γρηγόρης Αυξεντίου και ο λόγιος του Αγώνα Κυριάκος Μάτσης, που με το ολοκαύτωμά τους φωτίζουν τον δρόμο του εθνικού χρέους.

Δίπλα τους ο Μάρκος Δράκος και ο Στυλιανός Λένας. Πολλοί οι ήρωες, όπως οι μάρτυρες του Αχυρώνα του Λιοπετρίου, Ανδρέας Κάρυος, Φώτης Πίττας, Ηλίας Παπακυριακού, Χρίστος Σαμάρας, και πολλά ακόμα παλληκάρια της Κύπρου πρότυπα αυτοθυσίας και ηρωισμού, εισήλθαν επάξια στο πάνθεο των ηρώων του γένους μας.

Οι τόποι της θυσίας ατέλειωτοι: Μερσινάκι, Μαχαιράς, Λιοπέτρι, Δίκωμο…

Για τέσσερα ηρωικά χρόνια, ο κυπριακός ελληνισμός, ομόσωμος και σύσσωμος, έδωσε τον υπέρ πάντων αγώνα, υπακούοντας στο προαιώνιο κάλεσμα της Ιστορίας μέσα σε πνεύμα αυτοθυσίας, εθνικής υπερηφάνειας, ηθικής και πνευματικής ανάτασης.

Τον συλλογικό πόθο αποτυπώνει ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος συναρπασμένος έγραφε από τις Πλάτρες:

«Η Κύπρος δεν είναι μια λεπτομέρεια, ένα απλό νησί στην άκρα της Μεσόγειος Θάλασσας·

έχει γίνει σήμερα το μοιρόγραφτο κέντρο όπου παίζεται η ηθική αξία του σημερινού ανθρώπου.

Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος –αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ήταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος– σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται.»

Ο ένοπλος αγώνας τερματίστηκε το 1959 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, οδηγώντας την Κύπρο στην ανεξαρτησία, με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, του νεοσύστατου κράτους.

Ενός κράτους εύθραυστου, ασύνταχτου με πολλαπλές και πολύπλοκες εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις.

Τα γεγονότα των σχεδόν επτά δεκαετιών από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι γνωστά: μια ταραγμένη δεκαετία του ’60 με σημαντικές προσπάθειες συγκρότησης και στήριξης του νεοσύστατου κράτους, που όμως σκιάστηκαν από τις τουρκικές διεκδικήσεις και τις διακοινοτικές ταραχές.

Το 1974, το προδοτικό πραξικόπημα άνοιξε τον δρόμο για τη βάρβαρη τουρκική εισβολή, αφήνοντας πίσω της πόνο και θρήνο, νεκρούς, αγνοούμενους, πρόσφυγες και ένα βαθύ τραύμα, το οποίο ξεκινά από την Καρπασία και διαπερνά την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και την Κερύνεια.

Η Λύση, η γενέτειρα του Γρηγόρη Αυξεντίου, το Δίκωμο, η γη όπου ο ήρωας Κυριάκος Μάτσης πέρασε στο πάνθεον της αιωνιότητας, παραμένουν υπό τουρκική κατοχή. Καρτερικά, αλλά αγέρωχα, υπομένουν την παρουσία του εισβολέα, μετατρέπονται σε ζωντανά σύμβολα του χρέους και της συλλογικής μας ευθύνης απέναντι στην ιστορία και στο μέλλον του τόπου μας.

Είναι οι σιωπηλοί φρουροί μιας πληγής ανοιχτής για πέντε δεκαετίες, τραγική υπενθύμιση ενός εθνικού δράματος που κατασπαράζει όχι μόνο τη γη μας, αλλά τα σωθικά και τις ψυχές μας εδώ και 50 χρόνια. Δυσκολεύεσαι να ψελλίσεις τις λέξεις.

Πενήντα χρόνια, μισός αιώνας.

Εβδομήντα χρόνια μετά την 1η Απριλίου 1955, ο πόθος του λαού για λευτεριά και δικαίωση παραμένει. Και ακόμη αγωνιζόμαστε.

Δεν ξεχνάμε. Παρά τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, δεν συμβιβαζόμαστε με την κατοχή. Εργαζόμαστε άοκνα για ανατροπή των τετελεσμένων και για απελευθέρωση και επανένωση του τόπου μας.

Για πρώτη φορά από το 2017, έχει αναδυθεί ένα παράθυρο εξελίξεων που δίνει νέα ορμή στις προσπάθειές μας. Η άτυπη διευρυμένη συνάντηση στη Γενεύη υπήρξε ένα πρώτο, σημαντικό βήμα προς την επίτευξη του στόχου μας: την ουσιαστική επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, και με σταθερό άξονα τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, η απόφαση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να διορίσει προσωπικό απεσταλμένο, η συμφωνία για μια νέα διευρυμένη συνάντηση στα τέλη Ιουλίου, καθώς και η κοινή επιστολή της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς τον Γενικό Γραμματέα, σηματοδοτούν αδιάσειστες αποδείξεις της συνεχούς και σκληρής προσπάθειας που καταβάλλει η Κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του, και με έντονο αίσθημα ιστορικής ευθύνης, ο Πρόεδρος κινείται με αστείρευτη επιμονή, για την εκπλήρωση του μεγάλου μας χρέους για δικαίωση και λευτεριά.

Κάθε μας ενέργεια, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στοχεύει στην ενίσχυση όλων των παραγόντων ισχύος της χώρας μας και, κατ’ επέκταση, στην προσπάθειά μας για τον τερματισμό της κατοχής και την επανένωση της Κύπρου.

Μια πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και ανάληψη πρωτοβουλιών, που συμβάλει στην ενίσχυση του γεωστρατηγικού μας αποτυπώματος, μια ισχυρή, ανθεκτική Κυπριακή Οικονομία, μια χώρα που η ανεργία της μειώθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2008, μια κοινωνική πολιτική που ενισχύεται και διευρύνεται.

Όλα αυτά, και πολλά άλλα, αποτελούν ενίσχυση των παραγόντων ισχύος της χώρας μας που ενισχύει τη διαπραγματευτική μας θέση στο Κυπριακό.

Με ευλάβεια και αμείωτη προσήλωση θα συνεχίσουμε να αναλώνουμε κάθε ικμάδα των δυνάμεών μας στην οικοδόμηση μιας Κύπρου που θα αποτελεί σύμβολο ειρήνης, σταθερότητας και προόδου στην περιοχή.

Μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή χώρα-πρότυπο που να διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των κατοίκων της, που να εγγυάται την ελπίδα και που θα έχει ως βάση της τον αλληλοσεβασμό και την αλληλεγγύη, έτοιμη να χαράξει τη δική της ξεχωριστή πορεία στον χάρτη της παγκόσμιας ιστορίας.

Ομολογώ ότι είναι με έντονη συγκίνηση που στέκομαι απόψε εδώ. Στο ιστορικό αυτό εκπαιδευτήριο που είναι ποτισμένο με το μεγαλείο της ψυχής του Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Είναι εδώ δίπλα στους διαδρόμους που βάδισε, εδώ είναι που ονειρεύτηκε, εμπνεύστηκε, διαδήλωσε, αγωνίστηκε. Εδώ δίπλα, στην αίθουσα του σχολείου του, στις 6 Δεκεμβρίου του 1955, διαβαζόταν από τους συμμαθητές του το γράμμα του αποχαιρετισμού του.

Είναι εδώ μαζί μας απόψε, αγναντεύει και καρτερικά αναμένει να φανούμε αντάξιοι μιας σταλιάς της δικής του παρακαταθήκης. Μας αντικρίζει ακριβώς απέναντι από αυτή την αίθουσα, αγέρωχος και ευθυτενής, αναμένοντας να φανούμε αντάξιοι της ιερής του θυσίας.

Στιγμές σαν τη σημερινή, ο χρόνος και ο χώρος αποκτούν μια αφηρημένη έννοια. Το μυαλό μας ταξιδεύει, κυρίως όμως η ψυχή μας, μαζί με τον Βαγορή. Διαλύει τα συρματοπλέγματα της κατοχής, διασχίζει τα αλησμόνητα κατεχόμενα χωριά και ακτές μας, εξανεμίζει το νέφος της εφιαλτικής λήθης.

Ταξιδεύει σήμερα η ψυχή μας στα μαγευτικά ακρογιάλια της Αμμοχώστου, της Κερύνειας, της Μόρφου. Στα κάστρα του Πενταδακτύλου, στον Άγιο Ιλαρίωνα, στο Βουφαβέντο. Στα μοναστήρια των Αποστόλων Ανδρέα και Βαρνάβα, στην κατεχόμενη Λύση του Αυξεντίου και το Δίκωμο του Μάτση.

Στους τόπους όπου έζησαν, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν εκατοντάδες συμπατριώτες μας. Νεκροί και αγνοούμενοι, πρόσφυγες και εγκλωβισμένοι, πρωταγωνιστές μιας ανελέητης σύγχρονης τραγωδίας, μιας τραγωδίας που ακόμη αναζητεί την κάθαρση και τη λύτρωση.

Η 1η Απριλίου 1955 συμπυκνώνει σε μια ιστορική στιγμή όλα εκείνα που καθορίζουν και καθοδηγούν τον Εθνικό μας βίο. Οι λίγοι ενάντια στους πολλούς, το δίκαιο ενάντια στο άδικο, το φως ενάντια στο σκοτάδι.

Συμβολίζει την άρνηση στον ολοκληρωτισμό, την αντίσταση στην τυραννία, την κατάφαση και αφοσίωση στην Ελευθερία και την Εθνική αξιοπρέπεια. Αξίες οικουμενικές, όπως οικουμενικά και επίκαιρα τα μηνύματα του Έπους του ‘55-‘59.

Αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο τόπος μας είναι μεγάλος, και είναι μεγάλος όταν ο λαός μας είναι μονιασμένος. Όταν διχάζεται ο λαός, αυτός ο τόπος γίνεται απελπιστικά μικρός και πολλαπλά ευάλωτος.

Αυτό είναι το μήνυμα της σημερινής μέρας και είναι αυτό το μήνυμα που έχουμε σήμερα ανάγκη περισσότερο από ποτέ.

Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που το έπος του Εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα είναι διαχρονικά επίκαιρο και παιδευτικά αναγκαίο στις νεότερες γενιές, τις γενιές του σήμερα και του αύριο.

Όχι μόνο για να είμαστε υπερήφανοι, αλλά, κυρίως, για να είμαστε αντάξιοι των όσων έχουν πετύχει σε τέτοιες ένδοξες στιγμές.

Κάθε άνθρωπος, κάθε λαός, γίνεται άξιος της ιστορικής του αποστολής όσο βαθαίνει η συνείδηση που έχει για την ιστορία του. Το μεγαλείο του πολιτισμού ενός έθνους είναι πάντα ανάλογο με την καθαρότητα και το βάθος της ιστορικής του μνήμης.

Η ιστορική μνήμη λοιπόν να γίνει βίωμα, η ανάγκη της ιστορίας να συναντήσει την ιστορικότητα της ανάγκης, η επιταγή για ενότητα να μετουσιωθεί σε λύτρωση. 

Άλλωστε, το λέει και ο ποιητής:

«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν,

θα ‘ρθουν, θα περάσουν.

Κριτές θα μας δικάσουν

οι αγέννητοι, οι νεκροί.»

Υποκλινόμαστε με δέος και ευλάβεια μπροστά στους αγώνες των ηρωικών αγωνιστών της ΕΟΚΑ και των αθάνατων νεκρών μας, που στάθηκαν όρθιοι με πίστη στα ιδανικά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Αντλούμε από τη λεβεντιά τους, έστω μια σταγόνα θάρρους, για να πορευόμαστε.

Δανειζόμαστε μια αχτίδα από τις σκέψεις και τα οράματά τους, για να φωτίζει τη συλλογική μας πορεία προς την εθνική ολοκλήρωση.

Μέχρι τη στιγμή που η πατρίδα μας θα ανασάνει λεύτερη, από τον Πενταδάκτυλο ως την Καρπασία και απ’ τον Ακάμα ως την Αμμόχωστο, δεν λησμονούμε και δεν σταματούμε να αγωνιζόμαστε.

Γιατί όπως λέει κι ο ποιητής, που εκφράζει την ψυχή του λαού μας:

«…σιίλια χρόνια να θκιαβούν, όσοι τζαιροί τζ’ αν πάσι,

η Κύπρος ένι γιαλλόου μας, π’ Ακάμαν ως Καρπάσι…»

(ΡΜ/ΕΑθ/AΣ)